ἑλκώδης

ἑλκ-ώδης, ες,
A like a wound or sore, ulcerated,

στόματα Hp.Epid.3.7

;

χρώς E.Hipp.1359

(anap.);

κνῆμαι Arist.Pr.895a31

.
2 causing or accompanied by soreness,

ἁφή S.E.M.7.179

;

κόπος Gal.7.179

;

πόνος Archig.

ap. eund.8.106;

κονιορτός Lyd.Ost.1

.
II metaph., irritable, Plb.32.11.8;

θυμός Plu.2.454b

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑλκώδης — like a wound masc/fem acc pl (attic epic doric) ἑλκώδης like a wound masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἑλκώδης like a wound masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελκώδης — ες (AM ἑλκώδης, ες) 1. αυτός που μοιάζει με έλκος, που εμφανίζει συμπτώματα έλκους («ελκώδης πληγή», «ἑλκώδης χρώς») 2. γεμάτος έλκη («ἑλκώδεις κνῆμαι») νεοελλ. φρ. «ελκώδες έντερο» η μοίρα τού λεπτού εντέρου μεταξύ πέρατος τού δωδεκαδακτύλου και …   Dictionary of Greek

  • ελκώδης, -ης, -ες — γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η 1. ο όμοιος με έλκος. 2. ο γεμάτος έλκη, ο πληγιασμένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑλκώδει — ἑλκώδης like a wound masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑλκώδης like a wound masc/fem/neut dat sg ἑλκώδεϊ , ἑλκώδης like a wound dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκώδη — ἑλκώδης like a wound neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑλκώδης like a wound masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑλκώδης like a wound masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκῶδες — ἑλκώδης like a wound masc/fem voc sg ἑλκώδης like a wound neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκώδεα — ἑλκώδης like a wound neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἑλκώδης like a wound masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκώδεις — ἑλκώδης like a wound masc/fem acc pl ἑλκώδης like a wound masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωδῶν — ἑλκώδης like a wound masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωδῶς — ἑλκώδης like a wound adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκώδεες — ἑλκώδης like a wound masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.